ανατρέπω


ανατρέπω
ανατρέπω, ανέτρεψα (σπάν. ανάτρεψα) βλ. πίν. 9

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνατρέπω — overturn pres subj act 1st sg ἀνατρέπω overturn pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατρέπω — (AM ἀνατρέπω) 1. αναστρέφω, αναποδογυρίζω 2. καταργώ, καταλύω, καθαιρώ, γκρεμίζω 3. ανασκευάζω, αναιρώ λόγους ή επιχειρήματα νεοελλ. ματαιώνω, ακυρώνω αρχ. Ι. ενεργ. 1. κάνω κάποιον να πέσει ύπτιος, ξαπλώνω 2. καταστρέφω, αφανίζω 3. εξεγείρω,… …   Dictionary of Greek

  • ανατρέπω — [анатрэпо] р. ниспровергать, свергать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανατρέπω — εψα, άπηκα, αμμένος 1. αναποδογυρίζω: Το κύμα ανάτρεψε τη βάρκα. 2. γκρεμίζω, καταστρέφω: Ανατράπηκαν τα πάντα από το σεισμό. 3. ανασκευάζω, αποδείχνω αβάσιμο: Ανάτρεψε όλα τα επιχειρήματα του αντιδίκου του. 4. ματαιώνω, ακυρώνω, καταργώ: Η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνατετραμμένα — ἀνατρέπω overturn perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀνατετραμμένᾱ , ἀνατρέπω overturn perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀνατετραμμένᾱ , ἀνατρέπω overturn perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατράπητε — ἀνατρέπω overturn aor subj act 2nd pl ἀνατρέπω overturn aor imperat pass 2nd pl ἀνατρέπω overturn aor ind pass 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατρέπετε — ἀνατρέπω overturn pres imperat act 2nd pl ἀνατρέπω overturn pres ind act 2nd pl ἀνατρέπω overturn imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατρέπῃ — ἀνατρέπω overturn pres subj mp 2nd sg ἀνατρέπω overturn pres ind mp 2nd sg ἀνατρέπω overturn pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατρέψουσι — ἀνατρέπω overturn aor subj act 3rd pl (epic) ἀνατρέπω overturn fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνατρέπω overturn fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνατρέψω — ἀνατρέπω overturn aor subj act 1st sg ἀνατρέπω overturn fut ind act 1st sg ἀνατρέπω overturn aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)